ΕΞΕΤΑΣΕΙΣ

Οπτική τομογραφία συνοχής (Optical cohérence tomography: OCT)

Η οπτική τομογραφία συνοχής (Optical cohérence tomography:OCT) αποτελεί το σημαντικότερο σύγχρονο διαγνωστικό εργαλείο εκτίμησης των παθήσεων του αμφιβληστροειδούς (κυρίως της ωχράς κηλίδος και του οπτικού νεύρου), καθώς  και του υποκείμενου χοριοειδούς.
 
Η πρώτη οπτική τομογραφία συνοχής ανακοινώθηκε από τον Ηuang το 1991, όταν έγινε δυνατή η απεικόνιση σε δύο διαστάσεις βιολογικών ιστών.
 
Πρόκειται για μία μη επεμβατική και τελείως ανώδυνη τεχνική, καθώς χρησιμοποιεί  κύματα φωτός, με φάσμα κοντά στο υπέρυθρο, που προσπίπτουν στον αμφιβληστροειδή και δίνουν σε αληθινό χρόνο μια πλήρη & λεπτομερή  τομογραφική εκτίμηση (οπτική βιοψία), τόσο της δομής όσο και της παθολογίας της πασχούσης περιοχής.
 
Η εξέταση διαρκεί λίγα λεπτά και συνήθως δεν απαιτείται καν μυδρίαση της κόρης.
Η ανάλυση του OCT υπερέχει εκείνης της υπερηχογραφίας, της  αξονικής τομογραφίας, αλλά και της μαγνητικής τομογραφίας.
 
 
Εφαρμογές
 
Το OCT χρησιμοποιείται:
1. Στη διάγνωση νόσων που μεταβάλλουν τη μορφολογία και τη φυσιολογική ανατομία του αμφιβληστροειδούς. Παθήσεις, όπως η ηλικιακή εκφύλιση της ωχράς κηλίδας, το οίδημα της ωχράς κηλίδας (σε έδαφος διαβητικής αμφιβληστροειδοπάθειας ή φλεβικών αποφράξεων), η κεντρική ορώδης χοριοαμφιβληστροειδοπάθεια, η οπή ωχράς, η επιαμφιβληστροειδική μεμβράνη, οι υαλειδο-ωχρικές έλξεις κ.ά. διερευνώνται, πλέον, αποκλειστικά με τη χρήση του OCT.
 
2. Στην παρακολούθηση της εξέλιξης της νόσου και στον έλεγχο της ανταπόκρισης στην εφαρμοζόμενη θεραπεία
 
3. Το OCT έχει επίσης σημαντική θέση στη διάγνωση και παρακολούθηση του γλαυκώματος. Επιτρέπει τη χαρτογράφηση του οπτικού νεύρου (μέσω των  γαγγλιακών κυττάρων), βοηθώντας στην πρώιμη διάγνωση του γλαυκώματος (πριν δηλαδή δημιουργηθούν διαταραχές στα οπτικά πεδία) και την καταγραφή τυχόν μεταβολών κατά την πορεία της νόσου.
 
Ειδικότερα, το Oct στο Laser και Οφθαλμός αναλύει την πυκνότητα των γαγγλιακών κυττάρων, δημιουργώντας το "γεωφυσικό" χάρτη του βυθού του ματιού, ο οποίος αποδίδεται με έντονα χρώματα. Από την ανάλυσή του και από τις χρωματικές αποκλίσεις σύμφωνα με το φυσιολογικό μπορούν να εξαχθούν πληροφορίες σχετικά με ερχόμενες ανατομικές βλάβες του οπτικού νεύρου, πολύ πιο πριν ο ασθενής αντιληφθεί απώλεια στο οπτικό του πεδίο, δηλαδή πριν την εγκατάσταση των μόνιμων λειτουργικών βλαβών. 
 
4. Επίσης, το OCT έχει εφαρμογή στη μελέτη του προσθίου τμήματος του οφθαλμού, μέτρηση του πάχους του κερατοειδούς χιτώνα (παχυμετρία), καθώς και το εύρος της γωνίας του προσθίου θαλάμου (ανοικτή ή κλειστή γωνία).
 
Οι οπτικοί τομογράφοι σε αντίθεση με τα μηχανήματα αξονικής (υπολογιστικής) τομογραφίας δεν χρησιμοποιούν «επικίνδυνη» ακτινοβολία. Η εφαρμογή τους συνεπώς ανά τακτά χρονικά διαστήματα, π.χ. σε μηνιαία βάση σε ασθενείς με «υγρή» εκφύλιση ωχράς ή σε εγκύους κρίνεται απολύτως ασφαλής

ΕΞΕΤΑΣΗ ΟΠΤΙΚΟΥ ΠΕΔΙΟΥ 

Τι εννοούμε όταν λέμε εξέταση οπτικού πεδίου;

Ο έλεγχος του οπτικού νεύρου αποτελεί μια καθιερωμένη πλέον οφθαλμολογική, νευρολογική και νευροφθαλμολογική εξέταση. Για την εξέταση αυτή απαιτείται ειδικό μηχάνημα με το οποίο καταγράφουμε, όχι μόνο αυτό που βλέπει ένα μάτι, αλλά αυτό που αντιλαμβάνεται. Τα μοντέρνα μηχανήματα οπτικού πεδίου λειτουργούν με ηλεκτρονικό υπολογιστή που αφενός επιβάλλει κάθε φορά σταθερές συνθήκες εξετάσεως (δυνατότητα συγκρίσεως αποτελεσμάτων που διαφέρουν χρονικά μεταξύ τους ) και αφετέρου αντικειμενοποιεί την εξέταση ελαχιστοποιώντας τον ανθρώπινο παράγοντα.

Πότε συνίσταται έλεγχος του οπτικού πεδίου;

Η εξέταση του οπτικού πεδίου συνίσταται για πολλές παθήσεις του οφθαλμού, καθώς και για διάφορα νευρολογικά και εγκεφαλικά προβλήματα. Οι κυριότερες οφθαλμολογικές παθήσεις είναι το γλαύκωμα, διάφορες παθήσεις του οπτικού νεύρου και ορισμένες παθήσεις του βυθού του οφθαλμού. Θα πρέπει ίσως εδώ να τονισθεί, ακόμη μια φορά, το πόσο σημαντική είναι η συγκεκριμένη εξέταση, τόσο για τη διάγνωση, όσο και για την παρακολούθηση του γλαυκώματος. Δεν νοείται σήμερα διαγνωστική και θεραπευτική προσέγγιση του γλαυκώματος, χωρίς τη συχνή λήψη των οπτικών πεδίων του ασθενούς.

Πως γίνεται η λήψη του οπτικού πεδίου;

Η εξέταση του οπτικού πεδίου γίνεται με ρυθμό ένα μάτι τη φορά. Ο ασθενής κάθεται με το ένα μάτι κλειστό μπροστά στο ειδικό μηχάνημα που αποτελείται από ένα κοίλο φωτισμένο ημισφαίριο, μέσα στο οποίο ο υπολογιστής προβάλλει κάθε στιγμή ένα φωτεινό σημείο, κάθε φορά διαφορετικού μεγέθους και φωτεινότητας και κάθε φορά σε διαφορετική θέση. Το φωτεινό σημείο παραμένει σταθερό για ένα μικρό χρονικό διάστημα μέσα στο οποίο πρέπει ο εξεταζόμενος, πατώντας ένα κουμπί, να ενημερώσει τον υπολογιστή αν το είδε. Εφόσον δεν πατηθεί αυτό το κουμπί, ο υπολογιστής θεωρεί ότι το φωτεινό σημείο δεν έγινε αντιληπτό. Στη συνέχεια, προβάλλει κάποιο άλλο σε άλλη περιοχή του φωτισμένου ημισφαιρίου, καταγράφοντας συνάμα στη μνήμη του την απάντηση (θετική ή αρνητική) του ασθενούς.

Πόσο αξιόπιστη μπορεί να είναι η συγκεκριμένη εξέταση;

Επειδή ο υπολογιστής αφενός φωτομετρά, τόσο το θόλο του περιμέτρου, όσο και κάθε φωτεινό σημείο που προβάλλει μέσα σε αυτόν τον θόλο και αφετέρου επαναπροβάλλει τα φωτεινά σημεία αρκετές φορές συγκρίνοντας τις εκάστοτε απαντήσεις, επιτυγχάνεται ένα ιδιαίτερο ποσοστό αξιοπιστίας. Αν οι απαντήσεις του εξεταζόμενου δεν είναι όμοιες, ο υπολογιστής το σημειώνει και θεωρεί τον εξεταζόμενο αναξιόπιστο.

ΤΟΝΟΜΕΤΡΙΑ

Η μέτρηση της ενδοφθάλμιας πίεσης αποτελεί μέρος της εξεταστικής ρουτίνας για κάθε οπτομετρική και οφθαλμολογική αξιολόγηση. Η πιο συχνά συνδυασμένη πάθηση με την αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση είναι φυσικά το γλαύκωμα.

Είναι βέβαια γνωστό ότι η αυξημένη ενδοφθάλμια πίεση δεν σημαίνει απαραίτητα και γλαύκωμα, όπως και τα χαμηλά επίπεδά της δεν σημαίνουν αποφυγή πιθανότητας γλαυκώματος. Το σημαντικότερο πάντως είναι να υπάρχει συστηματική παρακολούθηση η οποία σε συνδυασμό με τις υπόλοιπες κλινικές εξετάσεις, θα αποτρέψει την ανάπτυξη κάποιας πάθησης.

Ο πιο αξιόπιστος τρόπος εκτίμησης της ενδοφθάλμιας πίεσης είναι ο συσχετισμός της μέτρησης με την παχυμετρία του κερατοειδή. Το πάχος του χιτώνα μεταβάλλει τις μηχανικές του ιδιότητες και ως εκ τούτου αλλοιώνει τις μετρήσεις που λαμβάνουμε. Με τη συνεκτίμηση των δύο μετρήσεων (πίεσης και πάχους) μπορούμε να έχουμε μια ρεαλιστική εικόνα της ενδοφθάλμιας πίεσης.

Οι πρώτες απόπειρες μέτρησης της ενδοφθάλμιας πίεσης γίνονται με όργανα που απαιτούσαν επαφή με τον κερατοειδή (τύπου Schiotz) και προσεκτικούς χειρισμούς από πλευράς εξεταστή. Σήμερα σπάνια χρησιμοποιούνται τέτοια τονόμετρα και μόνο κατ’ εξαίρεση.

Η μέτρηση με τονόμετρα επιπεδώσεως Goldman αποτελεί την κλινική βάση αναφοράς. Για τη διεξαγωγή της μέτρησης απαιτείται τοπική αναισθησία του κερατοειδή και η χρώση του με φλουοοροσείνη. Ο κώνος του τονόμετρου ακουμπά το κέντρο του κερατοειδή και ασκεί απαλή πίεση. Το όργανο εφαρμόζεται στη σχισμοειδή λυχνία και μέσω αυτής, γίνεται η παρατήρηση δυο ημικυκλίων των οποίων η θέση υποδηλώνει την επιπέδωση του κερατοειδή. Τα τελευταία χρόνια η εμφάνιση τονομέτρων αέρος επιτρέπει την εύκολη, ανέπαφη και χωρίς χρήση φαρμάκων μέτρηση.

Μέσα από ένα σύστημα οπτικής επικέντρωσης και εστίασης, εκτοξεύεται μια ριπή αέρα. Ταυτόχρονα υπολογίζεται μέσω και πάλι οπτικών μέσων το ποσοστό μεταβολής της κυρτότητας της πρόσθιας επιφάνειας του κερατοειδή, το οποίο στη συνέχεια ερμηνεύεται σε mm στήλης υδραργύρου.

Η ακρίβεια μέτρησης, αν και εξαιρετική, μπορεί να διαφέρει από τη μέτρηση των τονομέτρων επιπεδώσεως. Για αυτόν το λόγο, τα τονόμετρα είναι ιδιαίτερα χρήσιμα για αδρό έλεγχο και ανίχνευση υπόπτων περιστατικών προς παραπομπή, παρά για λεπτομερή καταγραφή, κλινική αξιολόγηση και έρευνα. Έχουν όμως, αποδεχθεί χρήσιμα σε μετεγχειρητικές περιπτώσεις διαθλαστικής χειρουργικής και τραύματος του κερατοειδή.

Σήμερα νέες τεχνολογίες υπόσχονται απλούστερους τρόπους μέτρησης (π.χ. πάνω από το βλέφαρο) με μεγάλη ακρίβεια, αλλά και τον απευθείας συνυπολογισμό   των αποτελεσμάτων παχυμετρίας.